Η πατητή τσιμεντοκονία είναι ένα λιτό, ομοιόμορφο χυτό δάπεδο που τελευταία τοποθετείται παντού. Η εφαρμογή της ξεκινάει από την αρχαιότητα. Οι Ρωμαίοι, και πολύ πιο πριν οι αρχαίοι Έλληνες, χρησιμοποιούσαν ένα είδος τσιμέντου βασισμένου σε ποζολανικά ορυκτά. Οι ποζολάνες, όπως η θηραϊκή γη, η ελαφρόπετρα και το κεραμάλευρο, έχουν υδραυλικές ιδιότητες και με την ανάμειξή τους σε μορφή σκόνης με ασβέστη και νερό δημιουργούν το είδος τσιμέντου που οι αρχαίοι το ονόμαζαν δυαδικό.

Και οι πιο πρόσφατοι πρόγονοί μας, όμως, στα νησιά και στα χωριά έστρωναν για δάπεδο χυτά υλικά που είχαν βάση τους το τσιμέντο, κυρίως για λόγους οικονομίας και ευκολίας.
Σήμερα η πατητή τσιμεντοκονία δεν προτιμάται μόνο για την τιμή της (η τιμή ενός δαπέδου από πατητή τσιμεντοκονία μπορεί να συγκριθεί με αυτήν ενός πατώματος από πλακάκι ή μάρμαρο) αλλά κυρίως για την αισθητική της.

Η πατητή τσιμεντοκονία, βρίσκει πολλές εφαρμογές στο σύγχρονο σπίτι και ταιριάζει με τα περισσότερα στυλ διακόσμησης, ενώ συγκεντρώνει πολλά λειτουργικά πλεονεκτήματα που συνδυάζονται με μια εντελώς διαχρονική αισθητική.

Έχει πολύ καλές αντοχές στο χρόνο και τη φθορά, καθώς και αντιχαρακτικές ιδιότητες. Επειδή ως δάπεδο είναι ελαστικό και καθαρίζεται εύκολα, προτιμάται σε χώρους που κυκλοφορούν μικρά παιδιά. Τέλος, έχει πολύ καλή συνεργασία με την ενδοδαπέδια θέρμανση.

Κατά την εφαρμογή της, η πατητή τσιμεντοκονία πρέπει να επιστρωθεί καλά για να γίνει όσο το δυνατόν επίπεδη. Στην τελική της επιφάνεια εφαρμόζεται ειδικό βερνίκι, για να αποκτήσει την αδιαβροχοποιητική της ικανότητα και να αποφεύγεται ο στιγματισμός της από λεκέδες. Το βερνίκι αυτό θα δώσει και την τελική της υφή, γυαλιστερή ή ματ.